εὐᾶν

εὔας
ovatio
masc gen pl (doric aeolic)
εὐάζω
cry
fut part act masc voc sg (doric aeolic)
εὐάζω
cry
fut part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic)
εὐάζω
cry
fut part act masc nom sg (doric aeolic)
εὐάζω
cry
fut inf act

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ευάν — Επιφώνημα ενθουσιασμού, το οποίο φώναζαν κυρίως στις γιορτές του Βάκχου με το ευοί (ευοί, ε.). * * * εὐάν (Α) ενθουσιαστικό επιφώνημα τών ακολούθων τού Βάκχου, όπως τα εὐαί*, εὐοί*, με τα οποία συνήθως συνεκφέρεται («πάλλε πόδ αἰθέριον, ἄνεχε… …   Dictionary of Greek

  • εὐάν — εὐά̱ν , εὐάν euhan indeclform (exclam) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔαν — εὔᾱν , εὔας ovatio masc acc sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὖαν — εὔας ovatio masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • EVAN — unum est ex Bacchi cognominibus, ab Evantium mulierum clamore impositum. Ovid. Met. l. 4. v. 15. Nyctileasque Eleusque parens et Iacchus et Evan. a quo etiam Semeleius Evan dicitur. Unde Evantes vocantur mulieres eiusdem sacra celebrantes.… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • PARADISUS — I. PARADISUS apud recentiores Scriptores, atrium est porticibus circumdatum ante aedes sacras. ex Graeco Παράδεισος, qui ab Hesychio definitur τόπος εν ᾧ παριπάτοι, locus porticibus et deambulatoriis circumdatus, Gallis vero Parvis. Hâc notione… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ευοί — εὐοῑ και εὐοὶ και εὐαὶ και εὐαί και εὖα και εὐάν (Α) επιφώνημα διονυσιακού ενθουσιασμού και χαράς τών ακολούθων τού Βάκχου («αἴρεσθ ἄνω, ἰαί, ὡς ἐπὶ νίκῃ, ἰαί. Εὐοῑ, εὐοῑ, εὐαῑ, εὐαῑ», Αριστοφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για ονοματοποιημένες… …   Dictionary of Greek

  • ORGIA — I. ORGIA Bacchi sacra, aliô nomine Bacchanalia, Dionysiaca, Trieterica, de nocte celebrari solita, omni posthabitâ pudore, teste Liviô, l. 39. c. 9. 10. 13. 17. in Thracia primum ab Orpheo instituta, a quo etiam Orphica dicta sunt, Diodorô Siculô …   Hofmann J. Lexicon universale

  • SOPHOS — Graece Σοφῶς, i. e. Sapienter, nota apud Veteres acclamatio Sophistis facta, cuius frequens apud Martialem mentio, ubi grande sophos, magnum Sophos, inane Sophos, reperias. Quam laudem cum nimium affectantes, ex Auditoribus suis, certô praemiô… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • αι — (I) αἰ (Α) 1. σύνδεσμος υποθετικός τής δωρικής και αιολικής διαλέκτου αντί τού εἰ* 2. «αἴ γὰρ», αντί τού «εἰ γὰρ» για έκφραση ευχής ή επιθυμίας «είθε, μακάρι!» 3. «αἴ κε(ν)» (στον Όμηρο) «αχ και να...» [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολογίας. Πιθανόν να… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.